δεδομένο
Ορισμοί
- ένα γεγονός ή στοιχείο (αριθμητικό, στατιστικό κλπ) που είναι ήδη γνωστό και του οποίου η αλήθεια δεν αμφισβητείται
- ένα στοιχείο που είναι ήδη γνωστό και χρησιμεύει στη λύση ενός προβλήματος ή την εξαγωγή κάποιου συμπεράσματος
-
στοιχείο ή πληροφορία, συνήθως με μορφή δυαδικών αριθμών που δύναται να υποστεί επεξεργασία από κάποια ηλεκτρονική συσκευή (όπως π.χ. ηλεκτρονικό υπολογιστή, τηλέτυπο κλπ.), να αποθηκευθεί σε διάφορα φυσικά μέσα (π.χ. σε σκληρό ή οπτικό δίσκο, χαρτί, μαγνητική ταινία κλπ.) ή να μεταφερθεί υπό τη μορφή σήματος μέσω κάποιου κατάλληλου μέσου μεταφοράς plural-normally
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“τα δεδομένα σε αυτήν την περίπτωση είναι ελλιπή και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα”
“※ Οι ψηφιακές φωτογραφικές εικόνες είναι το αποτέλεσμα της εικονοποίησης δυαδικών δεδομένων που περιγράφουν διακυμάνσεις φωτεινότητας (χρωμάτων) σε ένα καθορισμένο ορθογωνικό πλέγμα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free