HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δεδομένο

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
ðe.ðoˈme.no

Ορισμοί

  1. ένα γεγονός ή στοιχείο (αριθμητικό, στατιστικό κλπ) που είναι ήδη γνωστό και του οποίου η αλήθεια δεν αμφισβητείται
  2. ένα στοιχείο που είναι ήδη γνωστό και χρησιμεύει στη λύση ενός προβλήματος ή την εξαγωγή κάποιου συμπεράσματος
  3. στοιχείο ή πληροφορία, συνήθως με μορφή δυαδικών αριθμών που δύναται να υποστεί επεξεργασία από κάποια ηλεκτρονική συσκευή (όπως π.χ. ηλεκτρονικό υπολογιστή, τηλέτυπο κλπ.), να αποθηκευθεί σε διάφορα φυσικά μέσα (π.χ. σε σκληρό ή οπτικό δίσκο, χαρτί, μαγνητική ταινία κλπ.) ή να μεταφερθεί υπό τη μορφή σήματος μέσω κάποιου κατάλληλου μέσου μεταφοράς
    plural-normally

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“τα δεδομένα σε αυτήν την περίπτωση είναι ελλιπή και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα”
“※ Οι ψηφιακές φωτογραφικές εικόνες είναι το αποτέλεσμα της εικονοποίησης δυαδικών δεδομένων που περιγράφουν διακυμάνσεις φωτεινότητας (χρωμάτων) σε ένα καθορισμένο ορθογωνικό πλέγμα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δεδομένο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free