Meaning of προμήθεια | Babel Free
/pɾoˈmi.θi.a/Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποιά προμηθεύομαι κάτι
-
τα αγαθά που προμηθεύομαι plural
- το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε κάποιον για την πώληση αγαθών και που αυξάνεται με το ποσό των αγαθών που πωλούνται
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.