Meaning of εμπλακεί | Babel Free
/em.blaˈci/Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εμπλέκομαι
- θα εμπλακεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εμπλέκομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.