HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μάντρα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈman.dɾa

Ορισμοί

  1. οικόπεδο, συνήθως περιφραγμένο, που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και την πώληση οικοδομικών υλικών, αυτοκινήτων κλπ
  2. συλλαβές που επαναλαμβάνουν οι διαλογιζόμενοι ως μορφή επίκλησης
  3. ο τοίχος που περιβάλλει το οικόπεδο
    figuratively

Ισοδύναμα

34 more languages

Παραδείγματα

“Αγόρασε τα υλικά από τη μάντρα οικοδομών.”

He bought the materials from the building yard.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μάντρα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free