Meaning of προαύλιο | Babel Free
/pɾoˈa.vli.o/Ορισμοί
ο υπαίθριος, ακάλυπτος και συνήθως περιφραγμένος χώρος ενός (δημοσίου ή ιδιωτικού) οικοδομήματος
Παραδείγματα
“το προαύλιο της φυλακής”
the prison courtyard
“το προαύλιο του σχολείου”
the school playground
“※ Οπότε την επόμενη μέρα ο Μπίθρος γύρισε στο σχολείο και είπε στους καθηγητές και τους μαθητές ότι ο διευθυντής τους είχε πεθάνει, και κόλλησε ένα αναγγελτήριο της κηδείας με μαύρο περίγραμμα στο προαύλιο...”
“※ Η Ελένη γλιστράει δίπλα στη φιλενάδα της και της δείχνει την πόρτα. Είναι η κατάλληλη στιγμή για το μικρό τους σκασιαρχείο. Κατεβαίνουν τρέχοντας τα σκαλάκια, φτάνουν στο ισόγειο κι από 'κει στο προαύλιο της στρογγυλής πλατειούλας. (Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.