Meaning of πρίζα | Babel Free
Ορισμοί
-
τερματικό ηλεκτρικό εξάρτημα σε σύστημα καλωδιώσεως general
- ο ρευματοδότης, το ντουί, θηλυκός υποδοχέας τροφοδοσίας ρεύματος
-
ο ρευματολήπτης, το φις figuratively
Παραδείγματα
“πρίζα τηλεφώνου, πρίζα δικτύου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.