HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πρίζα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. τερματικό ηλεκτρικό εξάρτημα σε σύστημα καλωδιώσεως
    general
  2. ο ρευματοδότης, το ντουί, θηλυκός υποδοχέας τροφοδοσίας ρεύματος
  3. ο ρευματολήπτης, το φις
    figuratively

Ισοδύναμα

11 more languages

Παραδείγματα

“πρίζα τηλεφώνου, πρίζα δικτύου”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πρίζα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free