Meaning of ρευματοδότης | Babel Free
Ορισμοί
εντοιχισμένο εξάρτημα της ηλεκτρικής εγκατάστασης ενός κτηρίου, πάνω στο οποίο συνδέεται το καλώδιο τροφοδοσίας με ρεύμα των ηλεκτρικών συσκευών
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.