φις
Ορισμοί
- ρευματολήπτης, αρσενικός παραλήπτης ηλεκτρικού ρεύματος ο οποίος προσαρμόζεται σε πρίζα ηλεκτροδότησης-ηλεκτροδοσίας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
1 more languages
Polskiwtyczka
Παραδείγματα
“Έβαλε το φις στην πρίζα για να φορτίσει το κινητό.”
He put the plug into the socket to charge the phone.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free