Meaning of Φίσα | Babel Free
/ˈfi.sa/Ορισμοί
- καρτελάκι ή μικρού σχετικά μεγέθους δελτίο καταγραφής στοιχείων, ταξινόμησης ή αρχειοθέτησης, από χαρτί ή χαρτόνι
- γυναικείο όνομα
-
κομμάτι κόκαλου ή πλαστικού που διατίθεται σε διάφορα μεγέθη και σχήματα και χρησιμοποιείται ως αντιπροσώπευση ενός χρηματικού ποσού σε τυχερά παιχνίδια rare
Παραδείγματα
“※ —Τό Τμῆμα Πληροφοριῶν νά μοῦ στείλει ὁλοταχῶς τή φίσα «Κωστής Ρούσης», ἀπολύτως ἐνημερωμένη.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.