Meaning of ιεραρχία | Babel Free
/i.e.ɾaɾˈçi.a/Ορισμοί
- το σύνολο των ιεραρχών μιας (ορθόδοξης) εκκλησίας
-
οι θέσεις μιας υπηρεσίας (πολιτικής ή στρατιωτικής) που βρίσκονται σε κλιμακωτή σχέση εξάρτησης η καθεμιά από κάποια ανώτερή της broadly
-
η κλιμακωτή κατάταξη (προσπώπων, πραγμάτων, άυλων όντων κ.λπ.) σε βαθμίδες, από την κατώτερη προς κάποια ανώτερη broadly
Ισοδύναμα
English
hierarchy
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.