ιεραρχία
Ορισμοί
- το σύνολο των ιεραρχών μιας (ορθόδοξης) εκκλησίας
-
οι θέσεις μιας υπηρεσίας (πολιτικής ή στρατιωτικής) που βρίσκονται σε κλιμακωτή σχέση εξάρτησης η καθεμιά από κάποια ανώτερή της broadly
-
η κλιμακωτή κατάταξη (προσπώπων, πραγμάτων, άυλων όντων κ.λπ.) σε βαθμίδες, από την κατώτερη προς κάποια ανώτερη broadly
Ισοδύναμα
11 more languages
Esperantohierarĥio
Italianogerarchia
日本語カースト
Nederlandspikorde
Polskiporządek dziobania
Portuguêshierarquia
Svenskahackordning
Türkçehiyerarşi
Παραδείγματα
“Η ιεραρχία της εκκλησίας συνεδρίασε στην Αθήνα.”
The church hierarchy convened in Athens.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free