Meaning of αλεξίπτωτο | Babel Free
/a.leˈksi.pto.to/Ορισμοί
συσκευή που, με το άνοιγμά της, αποβλέπει στο φρενάρισμα της πτώσης αντικειμένων, χάρη στην αντίσταση του αέρα
Ισοδύναμα
English
Parachute
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.