παθαίνουν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής ή υποτακτικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος παθαίνω
Παραδείγματα
“Πολλοί άνθρωποι παθαίνουν κρυολόγημα τον χειμώνα.”
Many people catch a cold in the winter.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free