Meaning of πεθαμένος | Babel Free
/pe.θaˈme.nos/Ορισμοί
-
μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πεθαίνω: που έχει πεθάνει figuratively
-
υπερβολικά κουρασμένος figuratively
-
χαμένος, χωρίς μέλλον ή ελπίδα figuratively
Παραδείγματα
“οι πεθαμένες ελπίδες”
the dead hopes
“τα πεθαμένα όνειρα”
the dead dreams (wishes)
“Γύρισα στο σπίτι πεθαμένος από τη δουλειά”
I returned home, exhausted from work.
“Είμαι πεθαμένη απ' τη δουλειά σήμερα. Έκανα φασίνα όλο το σπίτι.”
“πεθαμένα όνειρα για το μέλλον”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.