HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μπλοκ

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
ˈblok

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. δέσμη χάρτινων φύλλων με ποικίλο περιεχόμενο και για διάφορους σκοπούς, ενωμένων με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί κάποιος να κόψει ένα φύλλο από τη δέσμη και να το δώσει σε άλλον
  3. ομάδα ομοειδών πραγμάτων
    figuratively
  4. ομάδα, σύνολο ή συνασπισμός ανθρώπων με κοινές επιδιώξεις ή χαρακτηριστικά
    figuratively
  5. ύψωση των χεριών των παικτών στο βόλεϊ, ώστε να αποκρουστεί το καρφί ή η μπαλιά των αντιπάλων
  6. σύνολο δεδομένων (λέξεων, χαρακτήρων κ.λπ.) που λαμβάνονται ως μια ενότητα
  7. συμπαγές κομμάτι οικοδομικού υλικού (με ποικίλη σύσταση)

Ισοδύναμα

EnglishBlocblock
Españolbloque
20 more languages
العربيةكتلةمجموعة
Българскиблок
Bosanskiblokблок
DeutschBlock
فارسیبلوک
עבריתגוש
Hrvatskiblokблок
Հայերենբլոկդաշինք
Italianoblocco
日本語連合
한국어블록연합
Kurdîblok
Portuguêsbloco
Српскиblokблок
Svenskablock
Türkçeblok
Українськаблок

Παραδείγματα

μπλοκ αποδείξεων, μπλοκ επιταγών, μπλοκ εισιτηρίων”
μπλοκ ζωγραφικής”
μπλοκ πολυκατοικιών”
“αριστερό μπλοκ
“άλλες μορφές: μπλόκι”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μπλοκ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free