HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξέσπασμα | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/ˈkse.spa.zma/

Ορισμοί

  1. η εκδήλωση με απότομο και βίαιο τρόπο ενός πράγματος ή μιας κατάστασης που δε φαινόταν αλλά αναπτυσσόταν κρυφά
  2. η ξαφνική εμφάνιση συναισθημάτων που κρύβονταν ή καταπιέζονταν
  3. η εκτόνωση αρνητικών συναισθημάτων εις βάρος άλλου ή με βίαιο τρόπο

Ισοδύναμα

English access Fit

Παραδείγματα

“το ξέσπασμα πολιτικής διαφωνίας”
“το ξέσπασμα της αγανάκτησης των υπαλλήλων”
“είχε απότομα ξεσπάσματα μετά το ατύχημα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξέσπασμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course