Meaning of ξέσπασμα | Babel Free
/ˈkse.spa.zma/Ορισμοί
- η εκδήλωση με απότομο και βίαιο τρόπο ενός πράγματος ή μιας κατάστασης που δε φαινόταν αλλά αναπτυσσόταν κρυφά
- η ξαφνική εμφάνιση συναισθημάτων που κρύβονταν ή καταπιέζονταν
- η εκτόνωση αρνητικών συναισθημάτων εις βάρος άλλου ή με βίαιο τρόπο
Παραδείγματα
“το ξέσπασμα πολιτικής διαφωνίας”
“το ξέσπασμα της αγανάκτησης των υπαλλήλων”
“είχε απότομα ξεσπάσματα μετά το ατύχημα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.