Σημασία του άνεργος | Babel Free
ˈa.neɾ.ɣosΟρισμοί
Ισοδύναμα
Čeština
nezaměstnaný
Dansk
arbejdsløs
Deutsch
arbeitslos
arbeitslos
beschäftigungslos
brachliegen
erwerbslos
hackenstad
hacknstad
hockenstad
hocknstad
parat
unbenutzt
ungebraucht
ungenutzt
Ελληνικά
αβόλευτος
αδιάθετος
άδουλος
αλειτούργητος
αμεταχείριστος
αναπασχόλητος
αναυτολόγητος
ανεγχείρητος
αχρησιμοποίητος
Esperanto
senlaborulo
한국어
실직하다
Latina
inconsuetus
ไทย
เอี่ยม
Українська
безробітний
Παραδείγματα
“※ Όπως ο εκκεντρικός άνεργος ή ο συμβασιούχος γίνονται θέαμα μέσα από πράξεις αυτοεξευτελισμού (π.χ. τηλεοπτικά μεταδιδόμενη απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοβασανισμός ή δημόσια έκθεση οικογενειακών δυσλειτουργιών), έτσι και ο τηλεσχολιαστής αυτοσκηνοθετείται για τις ανάγκες του θεάματος (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών. Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)”
“※ Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωσή της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Απλά μαθήματα οικονομίας, εκδ. Παπαζήσης, 2015)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free