Meaning of αλειτούργητος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει πάει στη Θεία Λειτουργία
- που δεν τελείται Θεία Λειτουργία
- που δεν έχει ευλογηθεί
- αθεόφοβος
Παραδείγματα
“Ὁ ναΐσκος ὠρθοῦτο ἀκόμη, ἀλλ' ἤτον ἔρημος καὶ ἀλειτούργητος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα/Κεφάλαιο Η)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.