HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλειτούργητος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που δεν έχει πάει στη Θεία Λειτουργία
  2. που δεν τελείται Θεία Λειτουργία
  3. που δεν έχει ευλογηθεί
  4. αθεόφοβος

Παραδείγματα

“Ὁ ναΐσκος ὠρθοῦτο ἀκόμη, ἀλλ' ἤτον ἔρημος καὶ ἀλειτούργητος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα/Κεφάλαιο Η)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλειτούργητος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course