HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αβόλευτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈvo.le.ftos/

Ορισμοί

  1. που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο ατακτοποίητος
  2. που δεν τον έχουν βολέψει, τακτοποιήσει σε επαγγελματική κυρίως θέση
  3. που δεν μπορεί να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να ησυχάσει, να βρει ηρεμία

Παραδείγματα

“έχω το σπίτι αβόλευτο”
“παρόλο που τον ψήφισαν, τους άφησε αβόλευτους”
“αβόλευτο παιδί”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αβόλευτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course