HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αβόλευτος

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
aˈvo.le.ftos

Ορισμοί

  1. που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο ατακτοποίητος
  2. που δεν τον έχουν βολέψει, τακτοποιήσει σε επαγγελματική κυρίως θέση
  3. που δεν μπορεί να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να ησυχάσει, να βρει ηρεμία

Ισοδύναμα

17 more languages

Παραδείγματα

“έχω το σπίτι αβόλευτο”
“παρόλο που τον ψήφισαν, τους άφησε αβόλευτους”
“αβόλευτο παιδί”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αβόλευτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free