Meaning of αβόλευτος | Babel Free
/aˈvo.le.ftos/Ορισμοί
- που δεν έχει τακτοποιηθεί, ο ατακτοποίητος
- που δεν τον έχουν βολέψει, τακτοποιήσει σε επαγγελματική κυρίως θέση
- που δεν μπορεί να βολευτεί, να τακτοποιηθεί, να ησυχάσει, να βρει ηρεμία
Παραδείγματα
“έχω το σπίτι αβόλευτο”
“παρόλο που τον ψήφισαν, τους άφησε αβόλευτους”
“αβόλευτο παιδί”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.