Meaning of αναπασχόλητος | Babel Free
Ορισμοί
- που δεν έχει απασχόληση, ο άνεργος
- που δεν έχει κάτι με το οποίο να ασχοληθεί, χωρίς αντικείμενο απασχόλησης
Παραδείγματα
“ο αναπασχόλητος πληθυσμός της χώρας”
“Μην αφήνεις αναπασχόλητο το παιδί γιατί όταν βαριέται όλο και καμιά ζημια θα σκαρφιστεί”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.