Meaning of τελειότητα | Babel Free
/te.liˈo.ti.ta/Ορισμοί
η ιδιότητα του τέλειου, αυτού που είναι ολοκληρωμένος και χωρίς ψεγάδια
Ισοδύναμα
English
perfection
Παραδείγματα
“Η νέα δουλειά του γνωστού γλύπτη αγγίζει την τελειότητα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.