Meaning of μπουκιά | Babel Free
Ορισμοί
- μέρος τροφής που αντιστοιχεί στη χωρητικότητα του στόματος και που καταπίνουμε μονομιάς
- γυναικείο επώνυμο
-
πολύ μικρή ποσότητα figuratively
-
μικρόσωμος figuratively
Παραδείγματα
“※ Ὁ Πανάγος ἔφαγε μὲ ὄρεξη, πλαταγίζοντας τὴ γλώσσα, κατεβάζοντας μὲ θόρυβο μπουκιὲς ἀπανωτές. Ὅταν τέλειωσε, σκούπισε τὰ μουστάκια του μὲ τὴν ξανάστροφη τῆς παλάμης του καὶ κοίταξε τὴ Βαγγελιώ.. (Μ. Καραγάτσης, Ο Κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου: μυθιστόρημα, 1982, σελ. 164)”
“※ Παιδιά δεν είχε, σκυλιά δεν είχε, μια μπουκιά φαΐ έτρωγε. (Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Οι συννυφάδες)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.