HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μπουκιά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. μέρος τροφής που αντιστοιχεί στη χωρητικότητα του στόματος και που καταπίνουμε μονομιάς
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. πολύ μικρή ποσότητα
    figuratively
  4. μικρόσωμος
    figuratively

Ισοδύναμα

28 more languages
العربيةلقمة
Българскиха́пка
Bosanskibocifalatkešmoš
Češtinasousto
Gàidhligbalgam
ગુજરાતીકોળિયો
Hrvatskibocifalatkešmoš
Magyarfalat
Italianoboccatabocconebollamorso
Kurdîboçikes
Македонскизалак
မြန်မာလုပ်
Polskikęskęś
Portuguêsbocado
Српскиbocifalatkešmoš
Svenskamunfull
ไทยคำ
Tagalogsamuol
isiZuluumthamo

Παραδείγματα

“※ Ὁ Πανάγος ἔφαγε μὲ ὄρεξη, πλαταγίζοντας τὴ γλώσσα, κατεβάζοντας μὲ θόρυβο μπουκιὲς ἀπανωτές. Ὅταν τέλειωσε, σκούπισε τὰ μουστάκια του μὲ τὴν ξανάστροφη τῆς παλάμης του καὶ κοίταξε τὴ Βαγγελιώ.. (Μ. Καραγάτσης, Ο Κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου: μυθιστόρημα, 1982, σελ. 164)”
“※ Παιδιά δεν είχε, σκυλιά δεν είχε, μια μπουκιά φαΐ έτρωγε. (Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Οι συννυφάδες)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μπουκιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free