HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κεραυνός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
ce.raˈvnos

Ορισμοί

  1. ηλεκτρική εκκένωση που συνοδεύεται από εκτυφλωτική λάμψη (αστραπή) και βίαιη έκρηξη (βροντή)
  2. ανδρικό όνομα
  3. για κάτι ξαφνικό, που συμβαίνει απροσδόκητα· που είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο
    figuratively
  4. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κεραυνού)
  5. για πράξεις ή ενέργειες που είναι βίαιες ή εκρηκτικές, ορμητικές, που ενέχουν απειλές
    figuratively

Ισοδύναμα

32 more languages
Catalàparallamps
Esperantofulmoŝirmilo
Հայերենշանթարգել
Bahasa Indonesiapenangkal petir
한국어피뢰침
Kurdîraz
Македонскигромобран
Slovenčinahromozvod

Παραδείγματα

“το άκουσμα του θανάτου του πατέρα του, του ήρθε σαν κεραυνός”
“με το που έλαβε το λόγο, άρχισε να πετά κεραυνούς στο αποσβολωμένο ακροατήριο”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κεραυνός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free