κεραυνός
Ορισμοί
- ηλεκτρική εκκένωση που συνοδεύεται από εκτυφλωτική λάμψη (αστραπή) και βίαιη έκρηξη (βροντή)
- ανδρικό όνομα
-
για κάτι ξαφνικό, που συμβαίνει απροσδόκητα· που είναι ιδιαίτερα δυσάρεστο figuratively
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κεραυνού)
-
για πράξεις ή ενέργειες που είναι βίαιες ή εκρηκτικές, ορμητικές, που ενέχουν απειλές figuratively
Ισοδύναμα
32 more languages
Catalàparallamps
Esperantofulmoŝirmilo
Gaeilgeconduchtaire tintrí
Հայերենշանթարգել
Bahasa Indonesiapenangkal petir
Kurdîraz
Македонскигромобран
Slovenčinahromozvod
Παραδείγματα
“το άκουσμα του θανάτου του πατέρα του, του ήρθε σαν κεραυνός”
“με το που έλαβε το λόγο, άρχισε να πετά κεραυνούς στο αποσβολωμένο ακροατήριο”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free