HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παλίρροια | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/paˈli.ɾi.a/

Ορισμοί

  1. οικισμός της Φθιώτιδας
  2. φυσικό περιοδικό φαινόμενο κατά το οποίο ανυψώνεται και υποχωρεί η στάθμη του νερού μίας μεγάλης λίμνης και κυρίως των θαλασσών· οφείλεται στην έλξη που ασκούν η Σελήνη αλλά και ο Ήλιος πάνω στη Γη καθώς και στη περιστροφή αυτών των ουρανίων σωμάτων

Ισοδύναμα

English acqua alta Tide

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παλίρροια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course