έψαξε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψάχνω
Παραδείγματα
“Έψαξε παντού αλλά δεν βρήκε το κλειδί.”
He searched everywhere but didn't find the key.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free