HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

φλέβα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ˈfle.va

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. αιμοφόρο αγγείο που μεταφέρει το αίμα προς την καρδιά
  3. πλούσιο κοίτασμα ορυκτού ή μετάλλου· κάθε ακανόνιστη διείσδυση ορυκτού ή μετάλλου σε περιβάλλοντα πετρώματα.
  4. το ποιητικό, λογοτεχνικό ταλέντο, η ποιητική ιδιοσυγκρασία
    figuratively

Ισοδύναμα

26 more languages
العربيةعرقمعدن
Българскижила
Bosanskiжила
Češtinacévažíla
Danskåre
Gaeilgesióg
עבריתעורק
Hrvatskiжила
Italianofilonelodenervovena
日本語鉱脈
ქართულიძარღვი
한국어노다지
Kurdîarebêîfîloعرق
Македонскижила
Portuguêsveia
РусскийВенажила
Српскижила
中文靜脈
繁體中文靜脈

Παραδείγματα

“Ήταν τόσο έντονη η προσπάθειά του, ώστε είχαν πεταχτεί όλες οι φλέβες του.”
“Οι χρυσοθήρες έπεσαν πάνω σε μια γερή φλέβα χρυσού.”
“αξιόλογη ποιητική φλέβα, ιδιαίτερη σατιρική φλέβα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη φλέβα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free