Σημασία του αγγείο | Babel Free
aŋˈɟoΟρισμοί
-
δοχείο, οικιακό σκεύος idiomatic
- πήλινο σκεύος που περιέχει υγρό
-
ασκός για αποθήκευση προϊόντων (π.χ. βούτυρο, τυρί) idiomatic
- φυσικός σωλήνας του σώματος μέσα στον οποίο ρέει αίμα
-
πνευστό μουσικό όργανο, ο άσκαυλος idiomatic
-
αγωγός στον οποίο μεταφέρονται οι χυμοί του φυτού plural-normally
-
τα αναγκαία πράγματα για όσους ταξιδεύουν ή πάνε σε γεωργικές εργασίες idiomatic, plural
-
κλινοσκεπάσματα, στρώματα idiomatic, plural
-
το αιδοίο idiomatic
-
οι όρχεις idiomatic, plural
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
damar
Български
съд
Català
vas
Cymraeg
llestr
Eesti
soon
Galego
vaso
हिन्दी
नस
Magyar
ér
Հայերեն
անոթ
Íslenska
æð
ქართული
ჭურჭელი
Қазақша
тамыр
Кыргызча
тамыр
Latina
vas
Lietuvių
gysla
Latviešu
vads
Монгол
судас
मराठी
रक्तवाहिनी
Polski
donica
jednostka pływająca
naczynie
naczyniowy
okręt
statek
waza
ważą
wazon
wazowy
wena
zbiornik
żyła
Română
vas
Slovenčina
cieva
Slovenščina
žila
ไทย
เส้นเลือด
ئۇيغۇرچە
تومۇر
Українська
судина
Παραδείγματα
“ερυθρόμορφο αγγείο”
red-figure vase
“※ Η ανάμειξη του κρασιού με το νερό γινόταν μέσα σε μεγάλα ευρύστομα αγγεία, γνωστά ως κρατήρες, και η συνήθης αναλογία ήταν τρία μέρη νερού προς ένα οίνου.”
“※ Για πρώτη φορά στις ΗΠΑ ιατρική ομάδα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ντιουκ εμφύτευσε στο χέρι ασθενούς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου ένα αιμοφόρο αγγείο-«προϊόν» βιοτεχνολογίας.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free