HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αγγείο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
aŋˈɟo

Ορισμοί

  1. δοχείο, οικιακό σκεύος
    idiomatic
  2. πήλινο σκεύος που περιέχει υγρό
  3. ασκός για αποθήκευση προϊόντων (π.χ. βούτυρο, τυρί)
    idiomatic
  4. φυσικός σωλήνας του σώματος μέσα στον οποίο ρέει αίμα
  5. πνευστό μουσικό όργανο, ο άσκαυλος
    idiomatic
  6. αγωγός στον οποίο μεταφέρονται οι χυμοί του φυτού
    plural-normally
  7. τα αναγκαία πράγματα για όσους ταξιδεύουν ή πάνε σε γεωργικές εργασίες
    idiomatic, plural
  8. κλινοσκεπάσματα, στρώματα
    idiomatic, plural
  9. το αιδοίο
    idiomatic
  10. οι όρχεις
    idiomatic, plural

Ισοδύναμα

46 more languages
العربيةعرقوعاء
Azərbaycan dilidamar
Българскисъд
Catalàvas
Cymraegllestr
Eestisoon
Galegovaso
हिन्दीनस
Magyarér
Հայերենանոթ
Íslenskaæð
日本語血管
ქართულიჭურჭელი
Қазақ тілітамыр
한국어혈관
Кыргызчатамыр
Latinavas
Lietuviųgysla
Latviešuvads
МакедонскижилаСАД
Монголсудас
Portuguêsvasoveia
Românăvas
Slovenčinacieva
Slovenščinažila
Türkçedamarkaptoplardamarvazo
ئۇيغۇرچەتومۇر
Українськасудина
Tiếng Việtmạchthuyền
繁體中文導管花瓶靜脈

Παραδείγματα

“ερυθρόμορφο αγγείο”

red-figure vase

“※ Η ανάμειξη του κρασιού με το νερό γινόταν μέσα σε μεγάλα ευρύστομα αγγεία, γνωστά ως κρατήρες, και η συνήθης αναλογία ήταν τρία μέρη νερού προς ένα οίνου.”
“※ Για πρώτη φορά στις ΗΠΑ ιατρική ομάδα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ντιουκ εμφύτευσε στο χέρι ασθενούς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου ένα αιμοφόρο αγγείο-«προϊόν» βιοτεχνολογίας.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αγγείο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free