Meaning of βάζο | Babel Free
/ˈvazo/Ορισμοί
- πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό ανοικτό δοχείο, που το χρησιμοποιούμε συνήθως ως διακοσμητικό
- πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών
Παραδείγματα
“※ Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο, μ' ένα βάζο λουλούδια ανάμεσά τους. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)”
“※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.