HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βάζο

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
ˈvazo

Ορισμοί

  1. πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό ανοικτό δοχείο, που το χρησιμοποιούμε συνήθως ως διακοσμητικό
  2. πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών

Ισοδύναμα

21 more languages
Българскиваза
Bosanskijar
Češtinasklenicevaza
Esperantovazo
Hrvatskijar
Magyarváza
日本語
Kurdîjar
Latinastuno
Portuguêsjarrovaso
Српскиjarваза
Svenskaskål
中文花瓶
繁體中文花瓶

Παραδείγματα

“※ Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο, μ' ένα βάζο λουλούδια ανάμεσά τους. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)”
“※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βάζο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free