HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ώθηση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈo.θi.si/

Ορισμοί

  1. το σπρώξιμο, η πράξη του ωθώ
  2. η παρακίνηση, το κίνητρο
  3. το διανυσματικό μέγεθος που ισούται με το γινόμενο της δύναμης επί τον χρόνο που αυτή ασκείται· έχει τις ίδιες μονάδες μέτρησης με την ορμή

Παραδείγματα

“δίνω ώθηση σε”

to give/provide an impetus/push/boost to

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ώθηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course