Meaning of ώθηση | Babel Free
/ˈo.θi.si/Ορισμοί
- το σπρώξιμο, η πράξη του ωθώ
- η παρακίνηση, το κίνητρο
- το διανυσματικό μέγεθος που ισούται με το γινόμενο της δύναμης επί τον χρόνο που αυτή ασκείται· έχει τις ίδιες μονάδες μέτρησης με την ορμή
Παραδείγματα
“δίνω ώθηση σε”
to give/provide an impetus/push/boost to
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.