HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δίδυμο | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. καθένα από τα δίδυμα αδέλφια
  2. για δύο άτομα που συνεργάζονται στενά ή που εμφανίζονται πάντοτε μαζί. Έχει και ειρωνική χροιά
  3. η στοιχηματική πρόβλεψη στον ιππόδρομο

Παραδείγματα

“※ Αγαπιόμαστε πολύ, όπως αγαπιούνται τα δίδυμα. (Γιάννης Γουδέλης, Τα μάτια της δίδυμης)”
“το καλλιτεχνικό δίδυμο του τάδε και του δείνα”
“το δίδυμο της αντιπαλότητας”
“το δίδυμο της συμφοράς”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δίδυμο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course