Meaning of δίδυμο | Babel Free
Ορισμοί
- καθένα από τα δίδυμα αδέλφια
- για δύο άτομα που συνεργάζονται στενά ή που εμφανίζονται πάντοτε μαζί. Έχει και ειρωνική χροιά
- η στοιχηματική πρόβλεψη στον ιππόδρομο
Παραδείγματα
“※ Αγαπιόμαστε πολύ, όπως αγαπιούνται τα δίδυμα. (Γιάννης Γουδέλης, Τα μάτια της δίδυμης)”
“το καλλιτεχνικό δίδυμο του τάδε και του δείνα”
“το δίδυμο της αντιπαλότητας”
“το δίδυμο της συμφοράς”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.