Meaning of ντουέτο | Babel Free
/duˈe.to/Ορισμοί
- μουσικό έργο για δύο όργανα ή δύο φωνές
- δύο καλλιτέχνες που εμφανίζονται μαζί (συχνά άντρας και γυναίκα) σε παράσταση
-
για ανθρώπους που εμφανίζονται συνεχώς μαζί, ή για ερωτικό ζευγάρι ironic
Ισοδύναμα
English
Duet
Παραδείγματα
“Κάνανε διάφορα νούμερα. Ένας μαντράχαλος τραγουδούσε την «Καπνοσακούλα» (την έχανε και ύστερα την έβρισκε και την κρατούσε στην αριστερή τσέπη του παντελονιού του), ή ντουέτο με μια πεταχτή σκερτσόζα: « Πιό ὄμορφη στόν κόσμο δέν ἔχει ἄλληνε ἀπό τήν ἀδερφή μου τήν πιό μεγάληνε» , και μιά καμωματού τσαχπίνα, μέ μιά καρτονένια καπελιέρα κρεμασμένη ἀπό τό μπράτσο της μέ ρόζ κορδέλα, σεισοκωλιότανε τραγουδώντας τή «Μοδιστρούλα» (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, εκδ. Πελεκάνος, 2015)”
“Θέλεις να καλέσεις τη Μαρία στο πάρτι; Θα πρέπει να καλέσεις και την κολλητή της. Είναι ντουέτο αυτές οι δυο.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.