Σημασία του κρατηθώ | Babel Free
Ορισμοί
first-person singular dependent of κρατιέμαι (kratiémai)
dependent, first-person, form-of, singular
Παραδείγματα
“Δεν μπόρεσα να κρατηθώ και ξέσπασα σε γέλια.”
I couldn't hold back and burst out laughing.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free