Meaning of σκούρο | Babel Free
/ˈsku.ɾo/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του σκούρος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σκούρος
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.