Meaning of προκύψει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος προκύπτω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος προκύπτω
- θα προκύψει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος προκύπτω
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.