HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of έφηβος | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ˈe̞.fi.vo̞s/

Ορισμοί

  1. άτομο που διανύει την περίοδο της εφηβείας
  2. ανδρικό όνομα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See έφηβος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course