Meaning of απόθεμα | Babel Free
Ορισμοί
- αυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση
- μια ποσότητα αγαθών (εμπορευμάτων ή χρημάτων), που έχουν φυλαχτεί για μελλοντική χρήση
- δυνάμεις, σωματικές ή ψυχικές, που έχει ακόμη κάποιος ώστε να συνεχίσει μια επίπονη προσπάθεια
- πετρώματα που σχηματίζονται με την επίδραση του ανέμου
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.