HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απόθεμα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. αυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση
  2. μια ποσότητα αγαθών (εμπορευμάτων ή χρημάτων), που έχουν φυλαχτεί για μελλοντική χρήση
  3. δυνάμεις, σωματικές ή ψυχικές, που έχει ακόμη κάποιος ώστε να συνεχίσει μια επίπονη προσπάθεια
  4. πετρώματα που σχηματίζονται με την επίδραση του ανέμου

Ισοδύναμα

English Fund Hoard stock

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απόθεμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course