HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

απόθεμα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. αυτό που βαθμηδόν συντελείται με απόθεση
  2. μια ποσότητα αγαθών (εμπορευμάτων ή χρημάτων), που έχουν φυλαχτεί για μελλοντική χρήση
  3. δυνάμεις, σωματικές ή ψυχικές, που έχει ακόμη κάποιος ώστε να συνεχίσει μια επίπονη προσπάθεια
  4. πετρώματα που σχηματίζονται με την επίδραση του ανέμου

Ισοδύναμα

22 more languages

Παραδείγματα

“Το κατάστημα έχει μεγάλο απόθεμα προϊόντων.”

The store has a large stock of products.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη απόθεμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free