HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κατάλογος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
kaˈta.lo.ɣos

Ορισμοί

  1. σειρά ομοειδών στοιχείων (ονομάτων, αντικειμένων, ειδών προς πώληση κ.λπ.)
  2. το υλικό μέσο στο οποίο έχει καταγραφεί μία σειρά ομοειδών στοιχείων
  3. directory: δομή δεδομένων σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρό δίσκο) που περιέχει αρχεία. Ο όρος κατάλογος (αρχείων) χρησιμοποιείται συνήθως στα περιβάλλοντα γραμμής εντολής (CLI), σε αντίθεση με το συνώνυμο φάκελος, που χρησιμοποιείται στα γραφικά περιβάλλοντα

Ισοδύναμα

29 more languages
العربيةجردشاهد
हिन्दीअनुसूची
Bahasa Indonesiakatalog
日本語目録
한국어까딸로그
Românăcitarecitat
Tiếng Việttồn trữ

Παραδείγματα

“κατάλογος προϊόντων”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κατάλογος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free