κατάλογος
Ορισμοί
- σειρά ομοειδών στοιχείων (ονομάτων, αντικειμένων, ειδών προς πώληση κ.λπ.)
- το υλικό μέσο στο οποίο έχει καταγραφεί μία σειρά ομοειδών στοιχείων
- directory: δομή δεδομένων σε αποθηκευτικό μέσο (πχ. σκληρό δίσκο) που περιέχει αρχεία. Ο όρος κατάλογος (αρχείων) χρησιμοποιείται συνήθως στα περιβάλλοντα γραμμής εντολής (CLI), σε αντίθεση με το συνώνυμο φάκελος, που χρησιμοποιείται στα γραφικά περιβάλλοντα
Ισοδύναμα
29 more languages
DeutschAdressbuchAufzählungBegründungBestandsaufnahmeehrenvolle ErwähnungInventarInventarisationKatalogkatalogisierenTelefonbuchVerzeichnisVorladungZitieren
Ελληνικάαναφοράαπαρίθμησηαπογραφήαπογραφικόςαποδελτιώνωαπόθεμαβρέβιοκλήσηκλήτευσημνείαπαράθεσηπαραπομπήπροϊοντολόγιοφάκελος
हिन्दीअनुसूची
Bahasa Indonesiakatalog
日本語目録
한국어까딸로그
Nederlandsaanhalingadresboekbronvermeldingcatalogiserencataloogcitaatcitatiedagvaardingdirectoriuminventarisinventariseringprospectusvermelding
Русскийадресная книгавызовдирективныйдиректориидиректорийдиректориязапасзапасыинвентаризацияинвентаризоватьинвентарькадастркаталогобъявле́ние благода́рностипа́пкаперечислениеповесткаспра́вочникссылкаупомина́ниецити́рование
Svenskakatalogisera
தமிழ்மேற்கோள்
ไทยแคตตาล็อก
Tiếng Việttồn trữ
Παραδείγματα
“κατάλογος προϊόντων”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free