παραπομπή
Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραπέμπω
- η αναφορά σε κάποιον ή κάτι
- η μεταφορά μιας υπόθεσης σε άλλο τμήμα ή υπηρεσία
- το σημάδι που δείχνει ότι υπάρχει κάπου αλλού μία διευκρίνιση ή άλλη πληροφορία σχετική με το κείμενο
-
η σημείωση, το κείμενο σε κάποιο χώρο, εκτός του κανονικού κειμένου, στο οποίο αναφέρεται η παραπομπή (4) broadly
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“εκκρεμεί παραπομπή”
citation needed
“Η ανακάλυψη νέων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα την παραπομπή της υπόθεσης στον εισαγγελέα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free