φάκελος
Ορισμοί
- θήκη από χαρτί για την αποστολή επιστολών
- διπλωμένο χοντρό χαρτί για το φύλαγμα χαρτιών, επιστολών, αποδείξεων, κ.λπ.
- πληροφορίες που κρατιούνται για ένα άτομο από την αστυνομία ή άλλες αρχές
- λογικός ονοματισμένος χώρος σε δίσκο ή άλλο μέσο, συνήθως με ιεραρχική δομή δένδρου (tree), για την αποθήκευση αρχείων ή άλλων φακέλων (υποφακέλων).
- που διπλώνει σαν φάκελος
Ισοδύναμα
15 more languages
Bosanskifolder
Češtinaobálka
Hrvatskifolder
Kurdîfile
Portuguêsenvelope
Русскийадресная книгадирективныйдиректориидиректорийдиректориякаталогконвертоболочкаогиба́ющаяпа́пкаспра́вочник
Српскиfolder
ไทยปกคลุม
Παραδείγματα
“Έβαλα το γράμμα μέσα στον φάκελο και το ταχυδρόμησα.”
I put the letter inside the envelope and mailed it.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free