Meaning of εκκένωση | Babel Free
/eˈce.no.si/Ορισμοί
-
η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκενώνω formal
-
το άδειασμα κάποιου χώρου απ’ το περιεχόμενό του formal
- η απομάκρυνση κάποιων ατόμων από έναν χώρο (για στρατιωτικούς ή άλλους λόγους)
- η απότομη μεταφορά ηλεκτρικών φορτίων σε άλλο αγωγό ή σώμα
Ισοδύναμα
English
Evacuation
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.