HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψιλωτικός | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με το γλωσσολογικό φαινόμενο της ψίλωσης
  2. που μπορεί να επιφέρει αποψίλωση σε δάση ή αλλού

Παραδείγματα

“οι ψιλωτικές διάλεκτοι της ελληνικής ήταν η Λεσβιακή και η Ιωνική, όπου σχεδόν εξαρχής απωλέσθηκε το αρχικό χι στην προφορά των λέξεων”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψιλωτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course