Meaning of τομή | Babel Free
/toˈmi/Ορισμοί
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τέμνω
-
εκτεταμένη ανανέωση σε κάποιον τομέα figuratively
- η διαίρεση ιστών του σώματος
- η σύντομη παύση σε κάποιο σημείο κατά την απαγγελία ενός στίχου
- το σύνολο κοινών σημείων δύο ή περισσότερων γεωμετρικών αντικειμένων
- δυαδικός τελεστής που δέχεται ως τελεστέους δύο σύνολα και παράγει ως αποτέλεσμα ένα νέο σύνολο με τα κοινά στοιχεία τους
- ειδική περίπτωση της θεωρίας συνόλων, όπου τα σύνολα είναι οι σχέσεις, οι οποίες περιέχουν ως στοιχεία πλειάδες
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“καισαρική τομή”
“η τομή δύο μη παραλλήλων επιπέδων σε τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο είναι μια ευθεία”
“η τομή των συνόλων { 1, 2, 3, 4 }, { 2, 3 } είναι { 2, 3 }”
“σύμβολο: ⋂”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.