λήστεψαν
Ορισμοί
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ληστεύω
Παραδείγματα
“Οι κακοποιοί λήστεψαν την τράπεζα το πρωί.”
The criminals robbed the bank in the morning.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free