HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σεισμός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
siˈzmos

Ορισμοί

  1. δόνηση του εδάφους, η οποία οφείλεται στα κύματα που παράγονται, όταν εκλύεται ενέργεια από το σπάσιμο ή τη μετακίνηση των πετρωμάτων του φλοιού της Γης
  2. μεγάλη αναταραχή ή αντίδραση
    figuratively

Ισοδύναμα

35 more languages
العربيةزلزالزلزلة
Българскиземетресение
Bosanskizemljotres
Cymraegdaeargryn
Galegosismo
हिन्दीज़लज़ला
Hrvatskipotres
日本語地震
한국어지진
Latviešuzemestrīce
Slovenčinazemetrasenie
Slovenščinapotres
Shqiptërmet
Српскипотрес
Українськаземлетрус
Tiếng Việtđộng đất
中文地震
繁體中文地震

Παραδείγματα

“Οι κάτοικοι της πόλης βγήκαν αναστωμένοι από τα σπίτια τους, όταν σημειώθηκε ο ισχυρός σεισμός των 7,4 Ρίχτερ.”
“Πολιτικός σεισμός ταράζει το κοινοβούλιο της χώρας.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σεισμός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free