HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νηφάλιος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Standard
/niˈfa.li.os/

Ορισμοί

  1. που δε βρίσκεται σε κατάσταση μέθης, ξεμέθυστος
  2. που διαθέτει ή χαρακτηρίζεται από διαύγεια πνεύματος

Ισοδύναμα

English level sober

Παραδείγματα

“νηφάλια σκέψη”

a sober thought

“※ ⌘ Νίκος Καζαντζάκης (1η έκδ.1961) Ταξιδεύοντας: Ιταλία - Αίγυπτος - Σινά - Ιερουσαλήμ - Κύπρος - Ο Μοριάς, Ο Μοριάς, IX. Ο Γέρος του Μοριά. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη, 2011, ανατύπωση.”
“όταν, μετά την απελευθέρωση, έπεσαν απάνω στην απλοϊκή μικρούλα Ελλάδα όλοι οι δασκάλοι κι ήθελαν να την ντύσουν αρχαία, να μιλάει αρχαία, να κυβερνιέται αρχαία, ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το μυαλωμένο νηφάλιο κεφάλι του με θυμό και περγέλιο”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νηφάλιος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course