Meaning of υπηρετώ | Babel Free
/i.pi.ɾeˈto/Ορισμοί
-
προσφέρω υπηρεσίες σε κάποιον ως υπηρέτης transitive
-
εργάζομαι την επίτευξη ενός κοινωφελούς σκοπού transitive
-
διεκδικώ την εκπλήρωση ενός εγωϊστικού σκοπού transitive
-
ασχολούμαι με πάθος, αφοσιώνομαι σε κάτι transitive
-
εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος κρατικής υπηρεσίας ή ως στρατιωτικός intransitive
-
εκπληρώνω στρατιωτική θητεία, ως στρατιώτης intransitive
Ισοδύναμα
English
serve
Παραδείγματα
“Πάντα υπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα”
“Yπηρετεί τις τέχνες και τα γράμματα.”
“※ Είχε αποταχθεί από το στρατό, αφού υπηρέτησε δύο χρόνια στον πειθαρχικό λόχο. Έλαβε μέρος σε τρία κινήματα, οξύς και αδίστακτος μια ζωή ο Κώστας, κι όταν τον αποτάξανε, αναγκάστηκε να καταταγεί στη χωροφυλακή (Ανδρέας Μήτσου, Ο κίτρινος στρατιώτης, εκδ. Καστανιώτη, 2012)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.