HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αλεύρι

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
[aˈlevɾi]

Ορισμοί

το προϊόν που λαμβάνεται από την άλεση των σπόρων - καρπών σχεδόν όλων των αγρωστωδών, ιδίως των δημητριακών και κυρίως του σίτου, καθώς και από σπόρους άλλων φυτών (π.χ. κάστανα, κουκιά, ρεβίθια, φασόλια κ.λπ.), που χρησιμοποιείται στην αρτοποιία, στην παρασκευή του ψωμιού όπως και στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική

Ισοδύναμα

Englishflour
Españolharina
Françaisfarinefariner
30 more languages
العربيةطحين
Българскибрашно
Bosanskibrašno
Catalàfarina
Češtinamouka
Esperantofaruno
עבריתקמח
Hrvatskibrašno
Magyarliszt
한국어밀가루
Македонскибрашно
Nederlandsbloemmeel
Românăfăină
Русскиймукахрущак
Slovenčinamuka
Slovenščinamoka
Српскибрашно
Svenskamjöl
Українськаборошняниймука
Tiếng Việtbột bắpbột mì
中文麵粉
繁體中文麵粉

Παραδείγματα

“Αυτή κοσκινίζει αλεύρι σε μια λεκάνη.”

She sifts flour into a bowl.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αλεύρι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free