HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του αλεύρι | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Standard
[aˈlevɾi]

Ορισμοί

το προϊόν που λαμβάνεται από την άλεση των σπόρων - καρπών σχεδόν όλων των αγρωστωδών, ιδίως των δημητριακών και κυρίως του σίτου, καθώς και από σπόρους άλλων φυτών (π.χ. κάστανα, κουκιά, ρεβίθια, φασόλια κ.λπ.), που χρησιμοποιείται στην αρτοποιία, στην παρασκευή του ψωμιού όπως και στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική

Ισοδύναμα

العربية طحين طحين
Български брашно
Bosanski brašno
Català farina
Čeština mouka
Deutsch Mehl mehl mehlieren stauben
English flour flour
Esperanto faruno
Español harina
Français farine farine fariner
עברית קמח
Hrvatski brašno
Magyar liszt
Italiano farina infarinare
日本語 小麦粉
한국어 밀가루
Македонски брашно
Nederlands bloem meel meel
Polski besan mączny mączyć mąka
Português enfarinhar farinha
Română făină
Русский мука хрущак
Slovenčina muka
Slovenščina moka
Српски брашно
Svenska mjöl
Türkçe buğday unu un
Українська борошняний мука
Tiếng Việt bột bắp bột mì
中文 麵粉
ZH-TW 麵粉

Παραδείγματα

“Αυτή κοσκινίζει αλεύρι σε μια λεκάνη.”

She sifts flour into a bowl.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αλεύρι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free