HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλεύρι | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/[aˈlevɾi]/

Ορισμοί

το προϊόν που λαμβάνεται από την άλεση των σπόρων - καρπών σχεδόν όλων των αγρωστωδών, ιδίως των δημητριακών και κυρίως του σίτου, καθώς και από σπόρους άλλων φυτών (π.χ. κάστανα, κουκιά, ρεβίθια, φασόλια κ.λπ.), που χρησιμοποιείται στην αρτοποιία, στην παρασκευή του ψωμιού όπως και στη μαγειρική και ζαχαροπλαστική

Ισοδύναμα

English flour

Παραδείγματα

“Αυτή κοσκινίζει αλεύρι σε μια λεκάνη.”

She sifts flour into a bowl.

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλεύρι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course