Meaning of αλεύρια | Babel Free
Ορισμοί
- συνώνυμο του αλευρέα, χυλός με αλεύρι, νερό και άλλα συστατικά (π.χ. κρέας, πετιμέζι)
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αλεύρι accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: αλευρέα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.