Meaning of πλοίαρχος | Babel Free
/ˈpli.ar.xos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο κυβερνήτης ενός πλοίου, ο καπετάνιος
- ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος με βαθμό ανώτερο του αντιπλοιάρχου και κατώτερο του αρχιπλοιάρχου
- o ανώτατος αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.