HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πλοίαρχος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
ˈpli.ar.xos

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. ο κυβερνήτης ενός πλοίου, ο καπετάνιος
  3. ανώτερος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ή του Λιμενικού Σώματος με βαθμό ανώτερο του αντιπλοιάρχου και κατώτερο του αρχιπλοιάρχου
  4. o ανώτατος αξιωματικός του Εμπορικού Ναυτικού

Ισοδύναμα

17 more languages

Παραδείγματα

“Το ξίφος του πολεμιστή έλαμπε στον ήλιο.”

The warrior's sword shone in the sun.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πλοίαρχος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free