κατάχρηση
Ορισμοί
- η υπερβολική χρήση
- ο σφετερισμός χρημάτων άλλων προσώπων ή εταιρειών
Ισοδύναμα
21 more languages
Danskmisbrug
DeutschFehlbedienungFehlgebrauchMissbrauchMissbräuchenmissbräuchliche Nutzung/VerwendungzweckentfremdenZweckentfremdung
हिन्दीदुरुपयोग
한국어남용
Latinaabutor
മലയാളംദുരുപയോഗം
Bahasa Melayusalah guna
Русскийзлоупотреблять
Shqipshpërdoroj
Українськазловживання
Παραδείγματα
“ο αλκοολικός κάνει κατάχρηση αλκοόλ”
“τον έφαγαν οι καταχρήσεις -έπινε, ξενυχτούσε, έτρωγε το καταπέτασμα, κάπνιζε, γενικά ζούσε πολύ άσωτα”
“Τον είχα σαν αδελφό μου, αλλά τελικά έκανε κατάχρηση της εμπιστοσύνης μου”
“οι ρουσφετολογικοί διορισμοί ουσιαστικά συνιστούν κατάχρηση εξουσίας”
“έφαγε οκτώ χρόνια κάθειρξη για την κατάχρηση από το ταμείο της τράπεζας”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free