HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

δεσμός

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Standard
ðeˈzmos

Ορισμοί

  1. οτιδήποτε συνδέει μεταξύ τους δύο άτομα ή σύνολα από συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική κ.α. άποψη
  2. η ερωτική σχέση
  3. το πρόσωπο με το οποίο κάποιος διατηρεί ερωτική σχέση
  4. η δύναμη που αλληλεπιδρά μεταξύ γειτονικών ατόμων και τα κάνει να σχηματίζουν μια χημική ένωση
  5. κόμπος

Ισοδύναμα

33 more languages
Azərbaycan dilimənsubiyyət
Esperantoligo
Gaeilgeceangal
Bahasa Indonesiaafiliasi
日本語合字
ქართულილიგატურა
한국어합자
Kurdîband
Українськавериги
Tiếng Việtxiềngxiềng xích
中文
繁體中文

Παραδείγματα

“οι ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς”
“η Μαρία έχει δεσμό με τον Ηλία εδώ και τρία χρόνια”
“Η Μαρία μετά από τρία χρόνια αποφάσισε να μας συστήσει το δεσμό της
στη φράση: ο Γόρδιος δεσμός”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δεσμός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free