Meaning of δεσμός | Babel Free
/ðeˈzmos/Ορισμοί
- οτιδήποτε συνδέει μεταξύ τους δύο άτομα ή σύνολα από συναισθηματική, κοινωνική, οικονομική κ.α. άποψη
- η ερωτική σχέση
- το πρόσωπο με το οποίο κάποιος διατηρεί ερωτική σχέση
- η δύναμη που αλληλεπιδρά μεταξύ γειτονικών ατόμων και τα κάνει να σχηματίζουν μια χημική ένωση
- κόμπος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οι ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας ανάμεσα στους δύο λαούς”
“η Μαρία έχει δεσμό με τον Ηλία εδώ και τρία χρόνια”
“Η Μαρία μετά από τρία χρόνια αποφάσισε να μας συστήσει το δεσμό της”
“στη φράση: ο Γόρδιος δεσμός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.